
Η χελώνα που ήθελε να πετάξει ζούσε σ’ ένα χωριάτικο σπίτι, κάτω απ’ τον ήλιο και ανάμεσα σε θροΐσματα φύλλων. Κάθε της μέρα ήταν γεμάτη λαχτάρα να δει τον ουρανό από ψηλά — όπως τα πουλιά που πετούσαν πάνω από την αυλή της. Ήταν ένα όνειρο τόσο μεγάλο, που κάποιες φορές έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν πως είχε κι εκείνη φτερά.
🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢
Κάποτε, σε μια γαλήνια αυλή ενός μικρού χωριού, ζούσε μια χελώνα. Ήταν καλοκάγαθη και σοφή, αλλά υπήρχε κάτι μέσα της που την έκανε να στεναχωριέται συχνά. Ένα όνειρο, που της γινόταν βάρος καθημερινό.
«Τι κατάρα είναι αυτή!» αναστέναζε. «Σέρνω μέρα και νύχτα το βαρύ μου καβούκι. Είμαι δεμένη με τη γη. Αχ, να ’μουν πουλί! Να άνοιγα τα φτερά μου και να πετούσα μακριά, να έβλεπα τον κόσμο από ψηλά όπως οι πάπιες της αυλής…»
Οι πάπιες την άκουσαν και τη λυπήθηκαν. Είχαν καλή καρδιά κι ήθελαν να βοηθήσουν.
🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢
«Θέλεις στ’ αλήθεια να πετάξεις, κυρά-χελώνα;» τη ρώτησαν.
«Αν θέλω; Είναι το πιο μεγάλο μου όνειρο! Να πετάξω, έστω για μια φορά!»
Η μια πάπια σκέφτηκε και πρότεινε:
«Υπάρχει τρόπος. Αν δαγκώσεις γερά αυτό το ξύλο, κι εγώ με την αδελφή μου πιάσουμε τις άκρες με τα ράμφη μας, μπορούμε να σε σηκώσουμε στον αέρα!»
«Τι υπέροχη ιδέα!» φώναξε ενθουσιασμένη η χελώνα. «Εμπρός, ας μην αργούμε!»
Έτσι κι έγινε. Οι πάπιες τίναξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά στον ουρανό, με τη χελώνα στη μέση να κρατά με τα δόντια της το ξύλο. Πετούσε! Το όνειρό της είχε γίνει πραγματικότητα. Η καρδιά της πλημμύρισε από χαρά και συγκίνηση. Κοίταξε τον κόσμο από ψηλά και ένιωσε για πρώτη φορά ελεύθερη.
🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢
Όμως… όπως συμβαίνει συχνά με τα μεγάλα όνειρα, η χαρά τής πήρε τα μυαλά. Ξέχασε πόσο τυχερή ήταν που οι φίλες της τη βοήθησαν και νόμιζε για μια στιγμή πως πετούσε από μόνη της. Ήθελε να το φωνάξει!
«Κοιτάξτε με! Πετάααα—»
Μα πριν τελειώσει τη λέξη, το ξύλο της έφυγε απ’ το στόμα και άρχισε να πέφτει. Ο κόσμος γύριζε γύρω της και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
Ευτυχώς, έπεσε σε μια στοίβα φύλλα και μαλακό χώμα. Ζαλισμένη, αλλά ασφαλής.
🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢🦆🐢
Οι πάπιες προσγειώθηκαν κοντά της, ανήσυχες.
«Καλά είσαι;» τη ρώτησαν.
Η χελώνα τις κοίταξε με ντροπή, αλλά και ευγνωμοσύνη.
«Νόμιζα πως μπορούσα μόνη μου… Μα τώρα καταλαβαίνω πόσο σπουδαίο είναι να έχεις φίλους και να μην ξεχνάς ποιος είσαι.»
Από τότε, η χελώνα δεν σταμάτησε να ονειρεύεται, αλλά έμαθε να πατά γερά στη γη – και στην καρδιά της γεννήθηκε κάτι πιο δυνατό από την επιθυμία να πετάξει: η σοφία.
🫧🫧🫧🫧🫧🫧🫧🫧
🎀 Διαβάστε επίσης:
🐦🦊Η αλεπού και ο κορυδαλλός – Μια πεινασμένη αλεπού κι ένας έξυπνος κορυδαλλός συναντιούνται σ’ έναν θάμνο. Ποιος θα νικήσει – η πονηριά ή η ετοιμότητα; Ένας μύθος γεμάτος σασπένς και τραγούδι!
🐭🧀 Το λαίμαργο ποντίκι – Ο Ποντικούλης ανακαλύπτει έναν θησαυρό από φαγητά… μα μαθαίνει πως το “λίγο παραπάνω” μπορεί να γίνει “πολύ παρακάτω”. Μια ιστορία για μέτρο, χιούμορ και μυαλό!
📌 Γρήγορη πρόσβαση:
🌸 Η αλεπού και ο κορυδαλλός 🌸🌸 Το λαίμαργο ποντίκι 🌸
Για περισσότερες ιστορίες, ακολουθήστε μας στη
σελίδα μας στο Facebook!
💬 Σας άγγιξε η ιστορία; Αφήστε το σχόλιό σας 💬
💌 Μας συγκινεί να διαβάζουμε τις σκέψεις σας! 💌
Διασκευή βασισμένη στους Μύθους του Αισώπου από την Έρη Χριστοφορίδου.
© [2025] [Έρη Χριστοφορίδου]
🎓 Τι μας διδάσκει το παραμύθι;
Ο μύθος της χελώνας που ήθελε να πετάξει μας θυμίζει ότι είναι υπέροχο να ονειρευόμαστε, αλλά πρέπει να θυμόμαστε τις ρίζες μας, τους φίλους που μας στηρίζουν και τη σημασία της ταπεινότητας. Όταν αφήνουμε την περηφάνια να μας τυφλώνει, μπορεί να χάσουμε όσα με κόπο αποκτήσαμε.
«Ποτέ μην ξεχνάς ποιος είσαι, ακόμα κι όταν τα όνειρά σου σε ταξιδεύουν ψηλά…»








