Παραμύθια με Νεράιδες Μάγους και ΞωτικάΠαραμύθια του Κόσμου

Ο Τομάς, ο μεθύστακας

Το παραμύθι «Ο Τομάς, ο μεθύστακας» εξελίσσεται σε ένα μικρό χωριό της παλιάς Ευρώπης, όπου λένε πως υπήρχε μια ταβέρνα ξακουστή  όχι μονάχα για το καλό της κρασί, αλλά και για τις περιπέτειες του Τομά, του μεθύστακα ταβερνιάρη. Έτσι ξεκινά η ιστορία του Τομά και των καλικαντζάρων που αναστάτωσαν το κελάρι του…

🍷🐭🍷🐭🍷🐭🍷🐭🍷

Κάπου σε ένα μικρό χωριό της παλιάς Ευρώπης, κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης καστανιάς, υπήρχε μια ταβέρνα ξακουστή για το καλό της κρασί – και για τον χειρότερο της πελάτη: Τον ίδιο τον ταβερνιάρη! Ένα βράδυ, μια απρόσμενη παρέα καλικάντζαρων θα αναστάτωνε τη ζωή του και θα έφερνε μια απρόσμενη αλλαγή…

Ο Τομάς ο μεθύστακας ήταν στρουμπουλός, με μάγουλα σαν ώριμα ροδάκινα και μύτη κατακόκκινη σαν πιπεριά – τόσο συχνά που την πότιζε με κρασί!

Ποτέ του δεν σηκωνόταν πριν λαλήσει ο πετεινός τρεις φορές… και πάλι με το ζόρι. Αντίθετα, η γυναίκα του, η κυρία Αθουθένα, ήταν η ψυχή του σπιτιού.

Κάθε αυγή, σκουπίζοντας με σβελτάδα κι ένα βλέμμα πιο αυστηρό κι από στρατηγό, φώναζε:

«Τομάς, σήκω πια! Ο ήλιος είναι ψηλά κι ο πετεινός κουράστηκε να λαλεί!»

«Άσε με λιγάκι ακόμα, γυναίκα… Δεν κοιμήθηκα καλά…»

«Ούτε κι εγώ! Όλη νύχτα άκουγα θορύβους απ’ το κελάρι! Σαν να τραγουδούσαν ποντίκια! Αν δεν ήμουν λογική, θα έλεγα πως στήσανε γλέντι!»

«Μην τρελαθούμε κιόλας», μουρμούρισε ο Τομάς. «Ποντίκια που τραγουδάνε! Τέτοια πράγματα ούτε εγώ δεν τα φαντάζομαι όταν είμαι μεθυσμένος…»

Και με μια ικανοποιημένη αναστροφή, ξαναχώθηκε στην κουβέρτα κι άρχισε πάλι να ροχαλίζει, σαν βόδι μετά το θέρος.

Ο γιος τους, ο Τομασίν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι με μάτια καθαρά σαν τον πρωινό ουρανό, είχε για άλλη μια φορά αναλάβει τη θέση του πατέρα του στην ταβέρνα. Είχε σχεδόν συνηθίσει.

Η κυρία Αθουθένα τον κοίταζε με στενοχώρια:

«Παιδί μου, αυτό δεν είναι ζωή για σένα. Στην ηλικία σου πρέπει να παίζεις, να γελάς, όχι να γεμίζεις κανάτες και να καθαρίζεις τραπέζια. Ο πατέρας σου… από τότε που πήραμε την ταβέρνα, έχει γίνει βάρος. Και το κελάρι… μην μου πεις ότι δεν άκουσες τίποτα χθες το βράδυ;»

«Εγώ κοιμήθηκα σαν κούτσουρο», απάντησε ο Τομασίν. «Ήμουν εξαντλημένος.»

Αργότερα, πέρασε από την ταβέρνα η κυρία Εουλάλια, μια ιδιόρρυθμη γεροντοκόρη με φούστες γεμάτες βολάν και άνθη στα μαλλιά – σχεδόν σαν νεραϊδούλα που είχε χαθεί στον κόσμο των ανθρώπων.

«Αχ, καλή μου Εουλάλια, τι θα κάνω με τον Τομά; Δεν ξεκολλάει απ’ το κρασί κι ο γιος μου δουλεύει σαν μεγάλος. Μα το χειρότερο… το κελάρι. Κάτι ποντίκια κάνουν γλέντια. Και όταν λέω γλέντια, εννοώ γιορτές! Δεν μένει σταγόνα κρασί! Και σίγουρα δεν το πίνει όλο ο άντρας μου!»

Η Εουλάλια ανασήκωσε το φρύδι με σημασία.

«Αυτά δεν είναι ποντίκια, καλή μου. Είναι καλικάντζαροι! Και πίστεψέ με, οι φάρσες τους είναι αποτέλεσμα κακής διατροφής και… ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς.»

«Καλικάντζαροι! Δηλαδή είναι… στοιχειωμένη η ταβέρνα μας;»

«Όχι ακριβώς στοιχειωμένη… απλώς επισκέψιμη. Αλλά υπάρχει λύση. Απόψε, βάλε έναν κουβά με νερό έξω από το κελάρι. Δίπλα, ένα ποτήρι γάλα και λίγα ψίχουλα.»

«Και τι νόημα έχει αυτό;»

«Οι καλικαντζαρίνες είναι νοικοκυρές. Αν τους προσφέρεις λίγο γάλα και ψωμί, θα μπορέσουν να λούσουν τα μωρά τους και θα είναι ευχαριστημένες. Μετά θα βάλουν στη θέση τους τους άντρες τους.»

Η κυρία Αθουθένα την κοίταξε απορημένη.

«Με το χέρι στην καρδιά, Εουλάλια… δεν απορώ που σε λένε τρελή! Τι θα πει ο άντρας μου αν με δει να βάζω γάλα και ψίχουλα στο κελάρι;»

«Άκου τι σου λέω. Βάλε και κουταλάκια με καφέ και αλάτι. Για το ξεμέθυσμα. Αυτό το μέρος μυρίζει καλικάντζαρο από μακριά!»

Το ίδιο βράδυ, η κυρία Αθουθένα έκανε ακριβώς ό,τι της είπε η Εουλάλια. Και τη νύχτα… άκουσε πάλι φωνές και ακαταλαβίστικες κουβέντες από το κελάρι.

Το πρωί, διαπίστωσε ότι το νερό του κουβά ήταν θολό, το γάλα και το ψωμί είχαν εξαφανιστεί και τα κουταλάκια ήταν… άδεια.

Ξαφνικά, εμφανίστηκε ο Τομάς.

«Καλημέρα, γυναίκα! Ετοίμασέ μου ένα ωραίο πρωινό. Σήμερα κοιμήθηκα σαν βασιλιάς!»

Η κυρία Αθουθένα, χωρίς να πει λέξη, του ετοίμασε τηγανητά λουκάνικα, μπέικον, ομελέτα και φρέσκο καρβέλι ψωμί. Ο Τομάς τα καταβρόχθισε και πήγε στην ταβέρνα. Δούλεψε με τόση όρεξη που έμοιαζε άλλος άνθρωπος.

Το βράδυ, το κελάρι ήταν ήσυχο. Ήσυχο σαν εκκλησία.

Η κυρία Αθουθένα πλησίασε δειλά την κλειδαρότρυπα… και τότε είδε το θαύμα: πράσινα καλικαντζαράκια μάζευαν όπως όπως τα πράγματά τους και έφευγαν από μια ρωγμή στον τοίχο, μουρμουρίζοντας:

«Αυτό το μέρος είναι εντελώς στεγνό!»

«Πού θα πιούμε τώρα που το αφεντικό έκοψε το ποτό;»

«Πάμε στο διπλανό χωριό!»

«Το μόνο μέρος που θα πάτε είναι το δάσος να φυτέψετε λαχανικά!», φώναξαν οι γυναίκες τους αγριεμένες.

Και… εξαφανίστηκαν.

Το επόμενο πρωί, η κυρία Αθουθένα φόρεσε τα καλά της, έκοψε τριαντάφυλλα από τον κήπο, έφτιαξε ένα αφράτο κέικ με σταφίδες και πήγε χαρούμενη να ευχαριστήσει τη φίλη της κυρία Εουλάλια.

Γιατί χωρίς τη βοήθειά της, το σπίτι της δεν θα είχε ξαναβρεί τη γαλήνη – και ο Τομάς δεν θα είχε γίνει και πάλι άνθρωπος.

🫧🫧🫧🫧🫧🫧🫧🫧

🎀 Διαβάστε επίσης:

🧒🏻🐰 Ο λαγός και ο χωρικός – Ένας τίμιος χωρικός, μια οικογένεια αποφασισμένη να πιάσει τον κλέφτη… κι ένας πονηρός λαγός που σκαρώνει τις πιο απίθανες σκανταλιές! Ένα αφρικανικό παραμύθι γεμάτο χιούμορ και ανατροπές.

🔔🎐Το ασημένιο κουδουνάκι – Ένα μαγικό ασημένιο κουδουνάκι σκορπά χαρά σ’ ένα μικρό γιαπωνέζικο χωριό. Όμως ο ήχος του… μπορεί να αλλάξει τη ζωή όσων τον ακούσουν! Μια τρυφερή ιστορία για τη δύναμη της χαράς και της στιγμής.

 

📌 Γρήγορη πρόσβαση:

🌸 Ο λαγός και ο χωρικός 🌸🌸 Το ασημένιο κουδουνάκι 🌸


Για περισσότερες ιστορίες, ακολουθήστε μας στη

σελίδα μας στο Facebook!

💬 Σας άγγιξε η ιστορία; Αφήστε το σχόλιό σας 💬

💌 Μας συγκινεί να διαβάζουμε τις σκέψεις σας! 💌

 

📜 Το παραμύθι «Ο Τομάς, ο μεθύστακας» είναι εμπνευσμένο από τις παλιές ιστορίες των ευρωπαϊκών λαϊκών παραδόσεων, που μιλούν για καλικάντζαρους, ξωτικά και παράξενες νυχτερινές φάρσες στα παλιά παντοπωλεία και ταβέρνες. Η απόδοση που διαβάσατε εδώ αποτελεί μια ελεύθερη διασκευή από την Έρη Χριστοφορίδου, βασισμένη στο βιβλίο «Παραμύθια με Μάγους, Νεράιδες και Ξωτικά» και σε διάφορες προφορικές παραλλαγές.

© [2025] [Έρη Χριστοφορίδου]


🎓 Τι μας διδάσκει το παραμύθι;

Το παραμύθι μας θυμίζει πως οι κακές συνήθειες μπορούν να αλλάξουν όταν βρεθεί το κατάλληλο κίνητρο ή λίγη “μαγεία” στη ζωή μας. Μας διδάσκει επίσης ότι με εξυπνάδα και καλή καρδιά μπορούμε να φέρουμε θετικές αλλαγές στους γύρω μας — ακόμα και σε εκείνους που φαίνονται αδιόρθωτοι. Και τέλος, μας λέει πως λίγη πίστη στο παραμυθένιο και στο αόρατο μπορεί καμιά φορά να κάνει θαύματα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button