
Σε μακρινές χώρες όπου ακόμη ψιθυρίζουν τα άστρα και οι βασιλιάδες κυβερνούν με χρυσάφι και όνειρα, λένε πως έζησε κάποτε ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Μα όσο μεγάλη κι αν ήταν η δύναμή του, δεν κατάφερε να νικήσει τον φόβο… Μια αλληγορική ιστορία για τη ματαιότητα της εξουσίας και την ανθρώπινη ισότητα μπροστά στο αναπόφευκτο.
Παραμύθι από τις μακρινές χώρες όπου ακόμη μιλούν τα άστρα
👑🧙🏻♂️👑🧙🏻♂️👑🧙🏻♂️👑🧙🏻♂️👑
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα βασίλειο πλούσιο σαν τον ήλιο του καλοκαιριού και ήσυχο σαν τον ύπνο των παιδιών, ζούσε ένας βασιλιάς που κυβερνούσε τόπους αμέτρητους, με παλάτια φτιαγμένα από λευκό μάρμαρο και χρυσά σιντριβάνια που έψελναν νερό.
Ήταν ισχυρός όσο κανείς – πιο δυνατός από τον καιρό, πιο φοβερός κι από το σκοτάδι. Μα τούτο το παραμύθι δεν αρχίζει με δόξα – αλλά με τρόμο. Γιατί ο βασιλιάς, όπως όλοι οι άνθρωποι, είχε κάτι που δεν μπορούσε να κυβερνήσει: τον θάνατο.
Ήταν άρρωστος, βαριά, και κάθε νύχτα άκουγε τα τύμπανα του τέλους να χτυπούν λίγο πιο δυνατά. Στο χρυσό του κρεβάτι αναστέναζε:
«Πώς μπορεί ένας τόσο πανίσχυρος βασιλιάς να πεθάνει; Δεν γίνεται! Οι μάγοι μου! Πού είναι οι μάγοι μου; Γιατί δεν με σώζουν;»
Μα οι μάγοι είχαν φύγει – άλλοι κρύφτηκαν, άλλοι δραπέτευσαν μέσα στη νύχτα, φοβούμενοι μήπως, μη μπορώντας να τον θεραπεύσουν, τους πάρει το κεφάλι.
Μονάχα ένας είχε απομείνει. Ένας γέροντας μάγος, με μακριά γενειάδα που έμοιαζε με χειμωνιάτικη πάχνη, μάτια αλλόκοτα, κι ένα χαμόγελο που κανείς δεν μπορούσε να διαβάσει. Ήταν χρόνια που ο βασιλιάς δεν του είχε απευθύνει τον λόγο – τον θεωρούσε τρελό και άχρηστο, σχεδόν σκιά.
Μα τώρα, μπροστά στο τέλος, τον κάλεσε.

Ο μάγος στάθηκε μπροστά στο θρόνο, δεν έσκυψε, δεν φοβήθηκε. Και είπε:
«Μπορείς να σωθείς, Μεγαλειότατε. Μα μόνο με μια συμφωνία. Θα δώσεις για μία και μόνο ημέρα τον θρόνο σου σ’ εκείνον τον άνθρωπο που σου μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλον. Έτσι, θα πεθάνει εκείνος στη θέση σου. Και συ θα συνεχίσεις να ζεις.»
Ο βασιλιάς άστραψε από χαρά. Έδωσε διαταγή:
«Να βγει φιρμάνι σε όλο το βασίλειο: Όποιος άνθρωπος μοιάζει στον βασιλιά να παρουσιαστεί μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Αλλιώς – θάνατος!»
Κατέφτασαν πλήθη. Άντρες με γενειάδες σαν του βασιλιά, με μέτωπο όμοιο, με μάτια που πίστεψαν ότι του έμοιαζαν. Άλλοι έφεραν καθρέφτες για να αποδείξουν πως είχαν το ίδιο βλέμμα. Μα ο μάγος τούς έδιωχνε όλους. Ήταν πολύ κοντοί, πολύ ψηλοί, πολύ λεπτοί ή πολύ χοντροί. Είχαν σημάδια στα χέρια, χαρακιές στην ψυχή, κάτι που πάντα τους έκανε διαφορετικούς.
Ο βασιλιάς θύμωσε.
«Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους! Άσε με να διαλέξω κάποιον! Ας γίνει μια αρχή, κι ας είναι σχεδόν ίδιος.»
Ο μάγος αναστέναξε.
«Άδικα θα παιδευτείς, βασιλιά μου. Η ομοιότητα που ζητάς δεν είναι του προσώπου…»

Τη νύχτα, καθώς περπατούσαν στις επάλξεις του παλατιού – εκεί όπου ο άνεμος φέρνει σκέψεις που δεν τολμάς να πεις τη μέρα – ο μάγος σταμάτησε απότομα και έδειξε:
«Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιο πολύ από όλους!»
Ο βασιλιάς κοίταξε. Στην άκρη του δρόμου, δίπλα στον υπόνομο, καθόταν κουλουριασμένος ένας ζητιάνος: κουρελής, καμπούρης, μισότυφλος, βρόμικος και γεμάτος πληγές. Δεν φαινόταν ούτε καν άνθρωπος – παρά μονάχα κουβάρι από δυστυχία.
«Τι είναι αυτά που λες;» φώναξε ο βασιλιάς. «Δεν του μοιάζω σε τίποτα!»
Ο μάγος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και είπε σιγανά:
«Όταν ένας βασιλιάς πεθαίνει, δεν του μένει τίποτα από τη δόξα του. Δεν είναι πια ούτε θρόνος, ούτε στέμμα, ούτε χρυσάφι. Είναι απλά ένας άνθρωπος που φοβάται, που πονά, που τρέμει τη λησμονιά. Κι εκείνος – αυτός ο ζητιάνος – ξέρει όλα αυτά καλύτερα από τον καθένα. Τώρα, είστε ίδιοι.»
Ο βασιλιάς σώπασε. Τον κοιτούσε. Τον φοβόταν. Μα η περηφάνια του ήταν πιο δυνατή από τον φόβο. Δε θέλησε να δεχτεί πως έμοιαζε με έναν παρακατιανό.
Κι έτσι, γύρισε στο παλάτι του – με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια θολά. Εκείνη τη νύχτα, πέθανε. Με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη, σαν να νόμιζε πως κρατώντας τα, θα κρατούσε και τη ζωή.
Αλλά τα αντικείμενα δεν αγαπούν τους ανθρώπους. Ούτε τους σώζουν.
Κι από τότε, λένε, όποιος εξουσιάζει πολύ, ξεχνά πόσο μοιάζει με εκείνους που δεν έχουν τίποτα.
🫧🫧🫧🫧🫧🫧🫧🫧
🎀 Διαβάστε επίσης:
🦄👧🏻 Τι απέγιναν οι μονόκεροι; – Ένα βαθιά λυρικό παραμύθι για τη φιλία ανάμεσα σε έναν μονόκερο και ένα κορίτσι, και για τα θαύματα που χάνονται όταν ξεχνάμε πώς να τα βλέπουμε. Μια ιστορία για μικρούς και μεγάλους, βγαλμένη από την καρδιά των παλιών θρύλων.
🐪🗡️ Ο Αλί Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες – Ένα μαγικό παραμύθι από την Ανατολή, γεμάτο σπηλιές με θησαυρούς, σοφές καρδιές και ηρωίδες που λάμπουν σαν άστρα. Ανακαλύψτε το θάρρος του Αλί Μπαμπά και τη γενναιότητα της Μαργιάνας!
📌 Γρήγορη πρόσβαση:
🌸 Τι απέγιναν οι μονόκεροι; 🌸🌸 Ο Αλί Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες 🌸
Για περισσότερες ιστορίες, ακολουθήστε μας στη
σελίδα μας στο Facebook!
💬 Σας άγγιξε η ιστορία; Αφήστε το σχόλιό σας 💬
💌 Μας συγκινεί να διαβάζουμε τις σκέψεις σας! 💌
📜 Ελεύθερη διασκευή από την Έρη Χριστοφορίδου, βασισμένη στο παραμύθι «Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς» του Τζάνι Ροντάρι, από το βιβλίο «Παραμύθια από το τηλέφωνο».
© [2025] [Έρη Χριστοφορίδου]
🎓 Τι μας διδάσκει το παραμύθι;
Το παραμύθι μάς θυμίζει πως, μπροστά στον θάνατο, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Η δύναμη, ο πλούτος και η εξουσία δεν μπορούν να νικήσουν το αναπόφευκτο ούτε να αγοράσουν την αθανασία. Εκείνο που μένει στο τέλος είναι η ανθρώπινη ουσία, γυμνή από τίτλους και στολίδια.








