
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή άκρη του κόσμου, εκεί που το πρωινό φως άγγιζε τις φυλλωσιές σαν χάδι και τα ποταμάκια τραγουδούσαν με τα βότσαλα, ζούσε ένας ξυλοκόπος με τους τρεις γιους του. Ο μικρότερος, που τον φώναζαν όλοι Χαζούλη, είχε πάντα στο βλέμμα του ένα όνειρο και στην καρδιά του μια καλοσύνη που δεν χωρούσε λόγια. Οι άλλοι τον κορόιδευαν. Ήταν ο “αφελής”, ο “αργός”, αυτός που κανείς δεν πίστευε πως θα κάνει κάτι σπουδαίο.
Μια μέρα, ο μεγάλος γιος αποφάσισε να πάει στο δάσος να κόψει ξύλα. Η μητέρα του τού έδωσε μια νόστιμη αυγόπιτα, χρυσή σαν το φως, και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. «Για να μην πεινάσεις και να μην διψάσεις», του είπε γλυκά.
Μα σαν έφτασε στο δάσος, εκεί που οι σκιές των δέντρων μιλούν με ψίθυρους και τα πουλιά διηγούνται παραμύθια, τον σταμάτησε ένα μικροσκοπικό γκρι ανθρωπάκι. Τα μάτια του έλαμπαν από σοφία και πείνα.
«Καλή σου μέρα», είπε το ανθρωπάκι. «Θα μου δώσεις ένα κομμάτι πίτα και μια γουλιά από το κρασί σου; Είμαι κουρασμένος και πεινασμένος πολύ…»
Ο νέος τον κοίταξε αφ’ υψηλού. «Κι αν σου τα δώσω, τι θα απομείνει για μένα; Φύγε απ’ το δρόμο μου, μην με καθυστερείς.»
Δεν είχε προχωρήσει πολύ, όταν το τσεκούρι του, λες και είχε δική του θέληση, γλίστρησε και χτύπησε το χέρι του. Το ανθρωπάκι είχε ήδη εξαφανιστεί. Ο νέος γύρισε πίσω τραυματισμένος και άπραγος.
Το ίδιο συνέβη και με τον δεύτερο γιο. Η ίδια πίτα, το ίδιο κρασί, η ίδια άρνηση. Και η ίδια μοίρα – αυτή τη φορά, χτυπήθηκε στο πόδι.
Τότε ο Χαζούλης, με τα μάτια που έλαμπαν σαν το νερό της αυγής, είπε: «Πατέρα, να πάω εγώ στο δάσος;»
Ο πατέρας του γέλασε. «Τι ξέρεις εσύ από ξύλα και τσεκούρια; Αλλά πήγαινε… από τη ζημιά ίσως και να βάλεις μυαλό.»
Η μητέρα του, που δεν ήθελε να φύγει νηστικός, του έδωσε μια πίτα φτιαγμένη με στάχτη και νερό κι ένα μπουκάλι μπίρα που είχε ξινίσει.

Ο Χαζούλης έφυγε σιγοτραγουδώντας. Όταν έφτασε στο δάσος, το γκρι ανθρωπάκι στεκόταν πάλι εκεί. «Θα μου δώσεις λίγο να φάω και να πιώ;»
Ο Χαζούλης χαμογέλασε. «Έχω μόνο αυτή τη φτωχική πίτα και μπίρα που δεν πίνεται. Αν θες, έλα να τα μοιραστούμε.»
Μα μόλις άνοιξε το μαντήλι, η στάχτη είχε γίνει μυρωδάτη αυγόπιτα, και η μπίρα, γλυκό κόκκινο κρασί.
Το ανθρωπάκι, με μάτια γεμάτα χαρά, είπε: «Επειδή έχεις καλή καρδιά και δεν υπολόγισες το λίγο που είχες, θα σου χαρίσω την τύχη. Κόψε εκείνο το παλιό δέντρο – και κοίταξε στις ρίζες του.»
Ο Χαζούλης το έκοψε, και εκεί – μέσα σε μια φωλιά από φως – βρήκε μια χήνα ολόχρυση. Τα φτερά της άστραφταν σαν τον ήλιο πάνω σε πάγο. Την πήρε αγκαλιά και περπάτησε μέχρι ένα πανδοχείο.
Εκεί, οι τρεις κόρες του πανδοχέα ξετρελάθηκαν με τη χήνα. Η μεγαλύτερη, μόλις την άγγιξε για να της τραβήξει ένα φτερό, κόλλησε πάνω της! Το ίδιο συνέβη με τη δεύτερη, και μετά με την τρίτη. Ούτε φωνές, ούτε προσπάθειες τις ξεκόλλησαν.

Το επόμενο πρωί, ο Χαζούλης σήκωσε τη χήνα και περπάτησε. Πίσω του, οι τρεις κοπέλες κολλημένες, σχημάτιζαν πομπή αστεία και παράξενη. Στο δρόμο προστέθηκαν ένας παπάς, ένας επίτροπος, δύο αγρότες, όλοι προσπαθώντας να τις τραβήξουν – και όλοι κολλούσαν!
Όταν έφτασαν σε μια πόλη, η φήμη τους έφτασε στα αυτιά του βασιλιά. Η κόρη του βασιλιά – μια πριγκίπισσα που δεν είχε γελάσει ποτέ – είδε την παρέλαση και ξέσπασε σε γέλια ασταμάτητα!
«Παντρέψου την», είπε ο λαός. Μα ο βασιλιάς ήθελε να δοκιμάσει τον νεαρό. Ζήτησε να φέρει κάποιον που να μπορεί να πιει ένα κελάρι κρασί. Ο Χαζούλης θυμήθηκε το δάσος… Εκεί βρήκε έναν άντρα που διψούσε απελπισμένα.
«Έλα μαζί μου», του είπε. Και ο άντρας ήπιε όλο το κελάρι.
Ο βασιλιάς ζήτησε άλλον που να φάει ένα βουνό ψωμί. Ο Χαζούλης βρήκε και τον πεινασμένο από το δάσος, που σε μια μέρα έφαγε κάθε ψίχουλο.
Αλλά και πάλι, ο βασιλιάς δεν ήθελε να δώσει την κόρη του. «Φέρε μου ένα πλοίο που ταξιδεύει σε στεριά και θάλασσα», είπε.
Και πάλι, το γκρι ανθρωπάκι φανερώθηκε. «Επειδή ήσουν καλός και αληθινός, να το έχεις!» Και του χάρισε ένα θαυμαστό πλοίο που έπλεε πάνω στα λιβάδια και τις λίμνες.

Τώρα πια, ο βασιλιάς δεν μπορούσε να αρνηθεί. Ο γάμος έγινε, και ήταν ομορφότερος από κάθε όνειρο.
Ο Χαζούλης έγινε βασιλιάς, μα δεν άλλαξε ποτέ. Ήταν πάντα ο ίδιος: ο καλόκαρδος, ο γενναιόδωρος, ο ταπεινός.
Και όλοι έλεγαν:
«Η καρδιά του ανθρώπου είναι το αληθινό του χρυσάφι.»
Για περισσότερα παραμύθια κάντε LIKE στη σελίδα μας στο FB!
Αν σας άρεσε το παραμύθι αφήστε πιο κάτω το σχόλιό σας!

Διασκευή από την Έρη Χριστοφορίδου βασισμένη στο παραμύθι των Αδελφών Γκριμμ «Η χρυσή χήνα».
© [2025] [Έρη Χριστοφορίδου]






